Τήν Κυριακή, 25ης Ὀκτωβρίου 2026, ὁ Σεβασμιώτατος ἱερούργησε στόν Ἱερό Ναό Τῆς Τοῦ Θεοῦ Σοφίας Κομοτηνῆς καὶ ἐν συνεχείᾳ προέστη τῆς ἐπιμνημοσύνου δεήσεως ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν μακαρίων Ἐθνοϊερομαρτύρων Κληρικῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως :
1. Ἱερέως Δημητρίου Καβάζη, Ἐφημερίου Κρωβύλης, 24-04-1944
2. Ἱερέως Γεωργίου Βουλγαράκη, Ἐφημερίου Νέας Ἀδριανῆς, 13-11-1944 ,
3. Ἱερέως Θεοδώρου Παπαδοπούλου, Ἐφημερίου Αἰγείρου, 22-06- 1941 καὶ
4. Ἱερέως Βαγιάννη Ἐμμανουηλίδη, Ἐφημερίου Συκορράχης, 25-06-1944.
Πρὸ τῆς Ἀπολύσεως ὁ Σεβασμιώτατος στόν λόγο του ἐξῆρε τὸν βίο, τὸ ἔργο καὶ τὸ μαρτυρικό τέλος τῶν τιμωμένων Ἐθνοϊερομαρτύρων Κληρικῶν, θυμάτων τῆς ἰδιαιτέρως σκληρῆς Βουλγαρικῆς κατοχῆς τῶν ἐτῶν 1941 – 1944. Τόνισε δε, ὅτι ἡ αὐτοθυσία τῶν Προγόνων μας, Κληρικῶν καὶ Λαϊκῶν, κατά τήν διάρκεια τῆς δυσβαστάχτου περιόδου αὐτῆς, ἀποτελεῖ φωτεινό φάρο καὶ ἀλάνθαστη πυξίδα γιὰ ὅλους μας, σέ καιρούς μάλιστα χαλεπούς ποὺ ἀμφισβητοῦνται οἱ ἀξίες καί τά ἰδεώδη, συμβάλλοντας ἒτσι καθοριστικά στή διάσωση τῶν παραδόσεων τῆς Πίστεως καί τῆς Πατρίδος μας.
Μετά τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας, ὁ Σεβασμιώτατος τέλεσε Τρισάγιο στό ὅπισθεν τοῦ Ἁγίου Βήματος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ εὑρισκόμενο μνημεῖο τῶν τιμωμένων Ἐθνοϊερομαρτύρων Κληρικῶν.
πατήστε ΕΔΩ για περισσότερες φωτογραφίες
ΟΜΙΛΙΑ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΙΕΡΕΙΣ
Ἡ λειτουργικὴ μας σύναξη, ἐντιμότατοι ἅρχοντες, σεβαστοί πατέρες καὶ ἀγαπητοί ἀδελφοί, προσφέρει ἕνα γόνιμο πεδίο θεολογικοῦ ἀναστοχασμοῦ. Ἡ βιβλικὴ ἀφήγηση τῆς ἰάσεως τοῦ δαιμονιζομένου στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν (Λουκ. η΄ 27-39) τέμνεται ἰδανικὰ μὲ τὸ ἰστορικό κλίμα τῆς ἡμέρας.
Στὸ ἐπίκεντρο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς δεσπόζει ἡ ὁριακὴ κατάσταση ἑνὸς ἀνθρώπου χωρὶς κοινωνικὴ ἰδιότητα. Ἡ διαμονὴ τοῦ «ἐν τοῖς μνήμασιν» ἐνέχει βαθύτατο συμβολισμό. Ἡ ὑποταγὴ στὶς δυνάμεις τοῦ σκότους συνιστᾷ ἀκραία ὑπαρξιακὴ ἀλλοτρίωση. Ὁ ἑαυτὸς ἐγκλωβίζεται σὲ μὶα στείρα προσκόλληση στὴ φθορά. Ἡ ἀπώλεια τῆς κοινωνικότητος τοῦ δαιμονισμένου ταυτίζεται μὲ ὀλέθρια πνευματικὴ ἀμνησία, δηλαδὴ τὴν ἀπόλυτη λήθη τοῦ ἀρχέγονου κάλλους καὶ τοῦ τελικοῦ προορισμοῦ τῆς ἀνθρωπότητας.
Ἡ λυτρωτικὴ παρέμβαση τοῦ Ἰησοῦ ἀνατρέπει αὐτὴ τὴ νεκρικὴ καθήλωση καὶ ἐπαναφέρει ἄμεσα τὸν θεραπευμένο στὴ συνειδητότητα. Τὸ ἐπιστέγασμα τῆς σωτηρίας σφραγίζεται μὲ τὴ ρητὴ ἐντολὴ γιὰ ἐπιστροφὴ στὴν ἑστία του. Ὁ Χριστὸς ζητᾷ τὴ συνεχὴ διήγηση τῶν θείων εὐεργεσιῶν. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἡ μνήμη ἀποκαθίσταται ὡς δυναμικὴ λειτουργία εὐχαριστίας. Δὲν ἀποτελεῖ πλέον ἕναν τόπο θανάτου καὶ ἀπομόνωσης, ἀλλὰ μεταμορφώνεται σὲ ζωντανὴ ὁμολογία καὶ βιωμένη μαρτυρία.
Σὲ μὶα ἐποχὴ ἔντονης ἀποξένωσης, ἡ ἰδιάζουσα ἡμέρα ὑπενθυμίζει κάτι οὐσιαστικό∙ ἡ αὐθεντικὴ συγκρότηση τοῦ προσώπου προϋποθέτει τὴ διάσωση τῆς πνευματικῆς ταυτότητας. Ἡ ἀνάγκη αὐτὴ βρίσκει τὸ ἀπόλυτο ἱστορικὸ τῆς ἀντίκρισμα στὴν ἐπέτειο τῶν Ἐθνοϊερομαρτύρων Κληρικῶν, τῆς Ἱεράς Μητροπόλεως μας.
Ἡ θυσία τοῦ ἑλληνορθόδοξου κλήρου δὲν ἀποτελεῖ ἁπλὴ ἱστορικὴ καταγραφή, ἀλλὰ συστατικό στοιχεῖο τῆς συλλογικῆς μας αὐτοσυνειδησίας. Οἱ κληρικοὶ αὐτοὶ ἀρνήθηκαν τὴν αὐτοσυντήρηση καὶ ἐπέλεξαν τὴ συμπόρευση μὲ τὸ δοκιμαζόμενο ποίμνιο, σφραγίζοντας μὲ τὸ αἷμα τους τὴν ταυτότητα τοῦ τόπου.
Ἡ βουλγαρικὴ κατοχὴ στὴ Θράκη (1941–1944) ὑπῆρξε μιὰ ἀπὸ τὶς πλέον δραματικὲς περιόδους τῆς νεότερης ἑλληνικῆς ἱστορίας, σημαδεμένη ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴ βίαιων πολιτικῶν ἐκβουλγαρισμοῦ καὶ τὴ συστηματικὴ καταπίεση τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς θεσμὸς μὲ βαθιὲς ρίζες στὸν κοινωνικὸ ἱστὸ καὶ ἀδιάκοπη παρουσία ἐπὶ αἰῶνες, ἀνέλαβε καθοριστικὸ ρόλο στὴ διατήρηση τῆς συλλογικῆς ταυτότητας καὶ τῆς ἐλπίδας. Οἱ ἱερεῖς της, φορεῖς πίστεως καὶ ἤθους, μετέτρεψαν τὴ διακονία τους σὲ πράξη ἀντιστάσεως καὶ μαρτυρίας, ἀποδεικνύοντας ὅτι τὸ φρόνημα μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὸν φόβο καὶ τὴ βία.
Ὅπως μαρτυρεῖ ἡ Γραφή: «καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς τὸν ἀλλόφυλον∙ σὺ ἔρχῃ πρὸς μὲ ἐν ῥομφαὶᾳ καὶ ἐν δόρατι καὶ ἐν ἀσπίδι, κἀγὼ πορεύομαι πρὸς σὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ Σαβαὼθ παρατάξεως Ἰσραήλ, ἣν ὠνείδισας σήμερον» (Α΄ Βασ. 17,45)∙ λόγος ποὺ καθρεφτίζει τὴν πνευματικὴ δύναμη ἔναντι τῆς ὑλικῆς ἰσχύος, τὴν ὁποία ἐνσάρκωσαν οἱ Θρᾶκες ἱερεῖς.
Ὁ πρεσβύτερος Θεόδωρος Παπαδόπουλος, γεννημένος τὸ 1880 στὴ Μοσχονιὰ Κεσσάνης, ὑπηρέτησε μὲ αὐταπάρνηση τὸ ποίμνιό του, παραμένοντας πιστὸς στὴν ἀποστολή του ἀκόμη καὶ ὅταν ἡ ζωή του κινδύνευσε. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς κατοχῆς συνελήφθη καὶ ὑπέστη φρικτὰ βασανιστήρια ἀπὸ τὶς βουλγαρικὲς δυνάμεις, ἐξ αἰτίας ψευδῶν κατηγοριῶν. Παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὶς 22 Ἰουνίου 1941, μετατρέποντας τὸν πόνο σὲ μαρτυρία πίστεως καὶ ἀντοχῆς. Ὁ τάφος του στὴν Αἴγειρο τῆς Ροδόπης ἀποτελεῖ ἕως σήμερα εὕλαλο σύμβολο αὐτοθυσίας.
Ἀνάλογη ὑπῆρξε ἡ πορεία τοῦ ἱερέως Δημητρίου Καβάζη, ὁ ὁποῖος, γεννημένος στὴν Κεσσάνη τὸ 1890 καὶ ἐγκατεστημένος στὴν Κρωβύλη, ἀρνήθηκε πεισματικὰ νὰ ὑποταχθεῖ στὶς βουλγαρικὲς ἐπιταγὲς καὶ νὰ ἀποκηρύξει τὴν ὀρθόδοξη παράδοση. Παρὰ τὶς ἀπειλές, τὰ βασανιστήρια καὶ τὶς δελεαστικὲς προτάσεις, προτίμησε νὰ παραμείνει πιστὸς στὴν πνευματική του ἀποστολή. Ὁ θάνατός του, στὶς 29 Ἀπριλίου 1944, μαρτυρεῖ τὸν θρίαμβο τοῦ πνεύματος ἐπὶ τῆς βίας καὶ τὴν ἀκλόνητη συνείδηση τοῦ λειτουργοῦ τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἱερεὺς Βαγιάννης Ἐμμανουηλίδης, ἐκ Γραβούνας Κεσσάνης, ὑπῆρξε ἐπὶ δεκαετίες ὑπόδειγμα ταπεινότητας καὶ σταθερότητας. Ἐξ αἰτίας τῆς ἀμετάθετης προσήλωσής του στὴν ἑλληνικὴ καὶ ἐκκλησιαστική του ταυτότητα, συνελήφθη καὶ κακοποιήθηκε βάναυσα, ὑποκύπτοντας στὰ τραύματά του τὸν Ἰούνιο τοῦ 1944. Κι ἐδῶ ἡ μνήμη του διασώζει τὸ ἦθος τοῦ ἱερατικοῦ λειτουργήματος ὡς φορέα ἐθνικῆς καὶ πνευματικῆς συνέχειας.
Ὁ πρεσβύτερος Γεώργιος Βουλγαράκης, καταγόμενος ἀπὸ τὰ Μάλγαρα τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, συνδύασε τὸ στρατιωτικὸ ἦθος μὲ τὴ θεολογικὴ γαλήνη. Ὡς ἐφημέριος στὴ Νέα Ἀνδριανὴ Ροδόπης, ἀρνήθηκε νὰ ὑποκύψει στὶς πιέσεις τῶν κατακτητῶν νὰ τελέσει βουλγαριστὶ τὴ Θεία Λειτουργία. Οἱ διώξεις, οἱ ἐξευτελισμοὶ καὶ οἱ ἐπανειλημμένοι ξυλοδαρμοὶ δὲν κατόρθωσαν νὰ κάμψουν τὴν ψυχική του ἀντοχή. Ὁ θάνατός του, τὸν Νοέμβριο τοῦ 1944, ὑπῆρξε ἐπιστέγασμα μαρτυρικῆς πίστης καὶ ἠθικῆς ἀκεραιότητας.
Ἡ μνήμη τους λειτουργεῖ ὡς πηγὴ συλλογικῆς αὐτογνωσίας, ὑπενθυμίζοντας ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἀθανασία ἑδράζεται στὴ μνήμη καὶ στὴν ἠθικὴ συνέπεια. Μέσα ἀπὸ τὴ θυσία τους, οἱ Θρᾶκες ἱερεῖς ἀνέδειξαν τὴν πίστη ὡς δύναμη ἀναδημιουργίας, ἱκανὴ νὰ ὑπερβεῖ τὸν θάνατο καὶ νὰ
μεταμορφώσει τὸν πόνο σὲ ἐλπίδα.
Ἡ σκέψη τῆς ἀρχαιότητας προσφέρει ἕνα βαθύτατο ὑπόβαθρο στὴν κατανόηση τοῦ μαρτυρικοῦ φαινομένου. Αὐτὸ ἀποτυπώνεται ἀνάγλυφα στὴ ρήση τοῦ Ἡρακλείτου: «χρὴ τὸν δῆμον μάχεσθαι ὑπὲρ τοῦ νόμου ὅκωσπερ τείχεος» (Ἡράκλειτος, ἀπόσπασμα 44). Ὁ ἐφέσιος φιλόσοφος τονίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ ὑπερασπίζεται τὸν ἀνώτερο ἠθικὸ νόμο σὰν νὰ ἦταν τὸ κάστρο τῆς πόλης του.
Ἡ ἁπλὴ ἐπιβίωση ὑποχωρεῖ μπροστά στὸ χρέος. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ θέση ἐξηγεῖ πλήρως τὸ ἦθος τῶν ἐθνοϊερομαρτύρων. Οἱ ἥρωες αὐτοὶ ἀρνήθηκαν νὰ συμβιβαστοῦν καὶ ἐπέλεξαν συνειδητὰ τὴ θυσία ἀπὸ τὴν προδοσία τῆς πίστης τους. Στὸ σημεῖο αὐτό, ἡ φιλοσοφία συναντᾶ τὴ θεολογία. Ἡ πνευματικὴ ἀλήθεια νικᾶ τὴ φυσικὴ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος μεταμορφώνεται σὲ πύλη τῆς αἰωνιότητας.
Ἡ μνήμη τῶν Θρακιωτῶν ἐθνοϊερομαρτύρων συνιστᾶ ζωντανὴ παρακαταθήκη πνευματικῆς ἀντοχῆς, συλλογικῆς εὐθύνης καὶ θείας ἐμπιστοσύνης. Ἡ θυσία τους ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς θεσμὸ λατρείας, ἀλλὰ ζωντανὸ φορέα πολιτισμοῦ, πίστης καὶ ἀνθρωπισμοῦ. Ἡ διαχρονικὴ παρουσία της στὴν κοινωνία λειτουργεῖ ὡς ἄρρηκτος σύνδεσμος μεταξὺ παρελθόντος καὶ παρόντος, φωτίζοντας τὶς μεταγενέστερες γενιὲς μὲ τὸ παράδειγμα τῆς αὐταπάρνησης καὶ τῆς πνευματικῆς συνέπειας.
Ἔτσι, τὸ μαρτύριο τῶν τεσσάρων ἱερέων τῆς Θράκης δὲν ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὴν ἱστορία∙ ἀνήκει στὸ αἰώνιο πεδίο τῆς μνήμης, ἐκεῖ ὅπου ὁ χρόνος ὑποκλίνεται στὴν ἀλήθεια καὶ ἡ πίστη μεταμορφώνεται σὲ ἀθανασία.
Ἂς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη τους!











